Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021
x

ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΒΟΛΗΣ: ΒΡΑΔΙΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΚΑΥΣΩΝΑ

Mε τον πρώτο καύσωνα να είναι εδώ, οι φίλοι του κινηματογράφου μπορούν, από τις πέντε πρεμιέρες, να διαλέξουν ανάμεσα στο Minari και στους Διαρρήκτες

Μπαίνοντας στην τελευταία εβδομάδα του Ιουνίου και με τον πρώτο καύσωνα να είναι εδώ, οι φίλοι του κινηματογράφου μπορούν, από τις πέντε πρεμιέρες, να διαλέξουν ανάμεσα στο πολυσυζητημένο δράμα του Άιζακ Τσανγκ «Minari», στο ισπανικό θρίλερ «Οι Διαρρήκτες» και στο ρομαντικό, ελληνικής παραγωγής, «Monday». Ωστόσο τον τόνο του επταήμερου δίνουν οι «καυτές» επανεκδόσεις, δυο γαλλικά αριστουργήματα, το φιλμ νουάρ του τεράστιου Ζαν Πιέρ Μελβίλ, « Ο Χαρτοπαίχτης» και το δραματικό θρίλερ του Κλοντ Μιλέρ «Το Αίνιγμα», με τις εκπληκτικές ερμηνείες των Λίνο Βεντούρα, Μορίς Σερό και Ρόμι Σνάιντερ, καθώς και η τεράστια επιτυχία στην εποχή του « Μπλε Βελούδο» του Ντέιβιντ Λιντς.

Minari. Δραματική ταινία, αμερικάνικης παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Άιζακ Τσανγκ, με τους Στίβεν Γιουέν, Χαν Γε-ρι, Γιουν Γιου-ζανγκ, Άλαν Κιμ, Νόελ Κέιτ, Γουίλ Πάτον κ.ά.

Οικογενειακό -χαμηλόφωνο- δράμα, απ’ τις εκπλήξεις της περσινής χρονιάς, που ξεκίνησε τη διαδρομή του από το φεστιβάλ του Σάντανς, κερδίζοντας το Μεγάλο Βραβείο και το Βραβείο Κοινού, μπήκε δυναμικά στις υποψηφιότητες των Όσκαρ (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, μουσικής, Α’ ανδρικού ρόλου και Β’ Γυναικείου Ρόλου - τελικά είναι το μόνο που κέρδισε) και αποδεικνύει ότι οι Κορεάτες σκηνοθέτες έχουν μέλλον στην κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Άιζακ Τσανγκ, βέβαια, είναι Αμερικάνος, κορεατικής καταγωγής, αλλά το πνεύμα της Ανατολής είναι εμφανές στην τελευταία του ταινία, που έχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Μια οικογένεια, μετανάστες από την Κορέα, που πιστεύει στο « αμερικάνικο όνειρο», ένας πατέρας που θέλει να πετύχει κάτι περισσότερο για την οικογένειά του και αφήνει την Καλιφόρνια για το Αρκάνσας, όπου μέσα σε ένα λυόμενο με ρόδες και μία έκταση γης, για να καλλιεργήσει, προσπαθεί να κτίσει την ευημερία της οικογένειάς του, πιστεύοντας ότι η σκληρή δουλειά θα τον ανταμείψει. Αλλά η άφιξη της γιαγιάς που « μυρίζει Κορέα», θα ανατρέψει τα στερεότυπα και θα αναδείξει το νόημα της ζωής.

Μια ακόμη ταινία για το « αμερικάνικο όνειρο», που αυτή τη φορά δεν το σμπαραλιάζει, όπως το « Nomadland», αλλά προτιμά να το κριτικάρει, με μία ξεχωριστή απαλότητα και ευγένεια να το βάλει στη θέση του: Δεν υπάρχει «αμερικάνικο όνειρο», αλλά το όνειρο κάθε οικογένειας, για μια καλύτερη ζωή. Ένα όνειρο, μακριά από τις μεγαλοστομίες της εποχής Ρίγκαν, κατά την οποία εκτυλίσσεται η ιστορία, όπου τα απλά και τα καθημερινά, η κατανόηση του άλλου, η αγάπη, έχουν μεγαλύτερη σημασία από το « μοντέλο της επιτυχίας». Ένα ταπεινό όνειρο, όπως και το minari, που δεν είναι παρά ένα σέλινο ασιατικής προέλευσης...

Το ενδιαφέρον στο « Minari», έγκειται στην αφηγηματική δύναμη του Τσανγκ, στο δέσιμο των ονειρικών πλάνων με τη σκληρή πραγματικότητα, τους οικείους χαρακτήρες με την καθημερινότητα, το ψυχολογικό φορτίο των ηρώων με το ανεπιτήδευτο συναίσθημα. Ωστόσο, στην ταινία υπάρχουν και ψεγάδια, όπως οι σεναριακές ευκολίες, κάποιες περιττές σκηνές, που απλώς κολακεύουν το σκηνοθετικό ταλέντο του Τσανγκ, αλλά κυρίως ότι το φιλμ ταξιδεύει σε ένα μονότονο χαμηλό κυματισμό, τόσο που σου λείπουν οι τρικυμίες του Ειρηνικού...

Συμπαθητικές ερμηνείες, με την Γιουν Γιου-ζανγκ, στο ρόλο της γιαγιάς, να κερδίζει το Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου, ανταποδίδοντας πλήρως τα ατού που της δίνει το σενάριο, ενώ ο μικρός Άλαν Κιμ, που συνδέεται περισσότερο από τον καθένα με τη γιαγιά του και είναι ο αφηγητής της ιστορίας, αποτελεί τον βασικότερο κρίκο στην αλυσίδα του καστ, μαζί με τον Γουίλ Πάτον, που εκφράζει την αγωνία των ξεχασμένων ανθρώπων της « βαθιάς Αμερικής».

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Στη δεκαετία του '80, ο Ντέιβιντ, ο επτάχρονος γιος μιας κορεοαμερικάνικης οικογένειας, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα νέο περιβάλλον και έναν διαφορετικό τρόπο ζωής, όταν ο πατέρας τους αποφασίζει να μετακομίσουν από την δυτική ακτή στην επαρχία του Αρκάνσας. Η μητέρα του Μόνικα είναι απεγνωσμένη από το γεγονός ότι αναγκάζονται να ζουν σε ένα τροχόσπιτο κι ο ατίθασος Ντέιβιντ και οι αδελφές του βαριούνται αφόρητα την νέα τους ζωή.

Μέχρι την στιγμή που η επίσης ζαβολιάρα γιαγιά τους, έρχεται από την Κορέα για να ζήσει μαζί τους και οι παράξενοι τρόποι της εξάπτουν την περιέργεια του Ντέιβιντ. Την ίδια στιγμή, ο πατέρας του αποφασισμένος να φτιάξει μια φάρμα στην καινούρια τους γη, διακινδυνεύοντας τις οικονομίες τους και τον γάμο του...

Οι Διαρρήκτες (Way Down). Δραματικό θρίλερ, ισπανικής παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Χάουμε Μπαλαχουέρο, με τους Φρέντι Χάιμορ, Αστρίντ Μπερζές-Φρίσμπι, Λίαμ Κάνιγκαμ, Σαμ Ράιλι, Λουίς Τοσάρ, Χοσέ Κορονάδο κ.ά.

Συμπαθέστατο και αρκούντως ψυχαγωγικό φιλμ ληστείας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και η ισπανική απάντηση στη « Συμμορία των Έντεκα», με τα προτερήματά της και τις αδυναμίες της έναντι του αμερικάνικου blockbuster. Εδώ, δεν έχουμε μία ληστεία σε καζίνο του Λας Βέγκας, αλλά του θησαυροφυλακίου της τράπεζας της Ισπανίας, στη Μαδρίτη, το οποίο βάζει στο μάτι μία ομάδα αρχαιολόγων της θάλασσας που θα « στρατολογήσει» έναν ιδιοφυή νεαρό απόφοιτο της μηχανικής, για να σπάσουν τα δρακόντεια μέτρα ασφαλείας. Οι ταινίες του είδους τις τελευταίες δεκαετίες πάσχουν από την ευκολία της τεχνολογίας. Με ένα κουμπί οι ληστές μπορούν να κάνουν θαύματα, που δεν μπορεί να πιστέψουν ούτε αυτοί που νομίζουν ότι με την τεχνολογία μπορούν να γίνουν τα πάντα. Σε αυτό το σημείο η ταινία του Μπαλαχουέρο υπερτερεί έναντι της « Συμμορίας», καθώς η τεχνολογία περιορίζεται κάπως γιατί το σύστημα ασφαλείας του ισπανικού θησαυροφυλακίου βασίζεται στη μηχανική του 19ου αιώνα, χωρίς να λείπουν βέβαια και οι αυθαιρεσίες. Επίσης, υπερτερεί στο εύρημα ότι η προετοιμασία και η ληστεία πρέπει να γίνει σύμφωνα με τους χρόνους των παιχνιδιών του Μουντιάλ του 2010, όταν όλη η Ισπανία πίστευε στην κατάκτηση του κυπέλλου, κάτι που έγινε και μαζί η ληστεία... Δεν υστερεί στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, ούτε στο ρυθμό ή στο σασπένς. Χάνει, όμως, στην κινηματογραφική αφήγηση, αλλά και στις χιουμοριστικές στιγμές, που είναι ιδιαιτέρως περιορισμένες, και δεν δίνουν τις απαραίτητες ανάσες που απαιτούνται σε μια ψυχαγωγική ταινία. Ωστόσο, δεν παύει να είναι μία αξιοπρεπέστατη ταινία του είδους, που βλέπεται με ενδιαφέρον και όπως αφήνει να εννοηθεί στο τέλος θα πρέπει να περιμένουμε και τη συνέχειά της.

Απόλυτα ταιριαστός, στο ρόλο του φλώρου ιδιοφυούς φοιτητή, ο νεαρός αν και πια έμπειρος, Φρέντι Χάιμορ, ο οποίος έχει την πλήρη συμπαράσταση του υπόλοιπου καστ.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Η τράπεζα της Ισπανίας στεγάζεται σε ένα ιστορικό κτήριο που δεν έχει χάρτη, δεν έχει αποθηκευμένα δεδομένα της ασφάλειας της. Ένας νεαρός μηχανικός, ο Τομ, είναι αποφασισμένος να καταφέρει το ακατόρθωτο και να ληστέψει την τράπεζα. Μαζί με τους συνεργάτες του θα έχουν μόνο 105 λεπτά για να το καταφέρουν. Η αντίστροφη μέτρηση για την ληστεία του αιώνα μόλις ξεκίνησε.

Monday. Αισθηματικό δράμα, ελληνικής παραγωγής του 2020, σε σκηνοθεσία Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, με τους Ντενίζ Γκoφ, Σεμπάστιαν Σταν, Ορφέα Αυγουστίδη, Γιώργο Πυρπασόπουλο, Ντόμινικ Τίπερ, Έλλη Τρίγγου, Ανδρέα Κωνσταντίνου κ.ά.

Δεν ταιριάζει ο χειμώνας στην Ελλάδα. Και αυτό διότι μπορεί η ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου να ξεκινά ενθαρρυντικά, μέσα σε μια καυτή Αθήνα, με ένα ζευγάρι Αμερικανών που ζει τον ξέφρενο έρωτα, να ταξιδεύει για λίγο σε κάποιο ελληνικό νησάκι, όπου θα ζωντανέψει, χωρίς την παγίδα του φολκλόρ, τον γνωστό και χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις, μύθο « λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και το αγόρι μου», αλλά όταν έρχεται ο χειμώνας δείχνει να αγκομαχά και να μένει στην επιφάνεια, στον αφρό -και χωρίς να είναι καν του Αιγαίου. Το σενάριο μπάζει νερά και αντί να μπει σε στέρεες βάσεις, να προχωρήσει λίγο πάρα πέρα, να εμβαθύνει στον ψυχισμό του ζευγαριού και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεμένει από έμπνευση και υλικό και αναλώνεται σε αδιάφορες καταστάσεις, με μπόλικα κλισέ, ενός ρομαντικού βιβλίου τσέπης.

Συμπαθές, αλλά σχετικά αδιάφορο το πρωταγωνιστικό ζευγάρι των ανερχόμενων Ντενίζ Γκοφ και Σεμπάστιαν Σταν, ενώ το ελληνικό καστ μοιάζει με υποχρέωση προς το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ... Η ιστορία του Μίκι και της Κλόε, δύο Αμερικανών που γνωρίζονται στην καυτή καλοκαιρινή Αθήνα μια ξέφρενη νύχτα. Καθώς η παραμονή της Κλόε πλησιάζει στο τέλος της, αποφασίζει να αφήσει την καριέρα της στην Αμερική και να μείνει στην Ελλάδα, για να ανακαλύψει αν το πάθος ενός Σαββατοκύριακου μπορεί να αντέξει την πραγματικότητα της αναπόφευκτης Δευτέρας.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Αμερικάνικη Προδοσία (American Traitor: The Trial of Axis Sally). Δικαστικό δράμα, αμερικάνικης παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Μάικλ Πόλις, που βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Μίλντρεντ Γκίλαρς, η οποία χρησιμοποιήθηκε με τη βία από τον Γκέμπελς για να τραγουδήσει και να στείλει απαισιόδοξα μηνύματα στους Αμερικάνους στρατιώτες στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και δικάστηκε για προδοσία στις ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ταινίας, που το τρέιλερ, το στόρι και οι πρωταγωνιστές, με πρώτο τον Αλ Πατσίνο, παραπλανούν τον θεατή, που στο τέλος δύσκολα μπορεί να κρύψει τα νεύρα του για το πως την πάτησε, με αυτό το μετριότατο βιογραφικό δράμα. Με τον Πατσίνο (στο ρόλο του συνηγόρου) να κινείται κάτω και από τη γνωστή μανιέρα του, την πρωταγωνίστρια Μέντοου Γουίλιαμς να κάνει πόζες, οι υπόλοιποι ηθοποιοί να φτάνουν στα όρια του γραφικού και μια σκηνοθεσία για τα πανηγύρια.

Το Κάλεσμα 3: Ο Διάβολος με Έβαλε να το Κάνω (The Conjuring 3: The Devil Made Me Do It). Ταινία τρόμου, αμερικανικής παραγωγής του 2021, σε σκηνοθεσία Μάικλ Τσέιβς, με Πάτρικ Γουίλσον και Βέρα Φαρμίγκα. Το δημοφιλές φραντσάιζ φτάνει την τρίτη συνέχεια και οι γνωστοί κυνηγοί υπερφυσικών φαινομένων, πρέπει να αποδείξουν ότι πίσω από ένα φρικιαστικό έγκλημα δεν κρύβεται ένας νεαρός, αλλά ο ίδιος ο διάβολος. Στα συν της ταινίας, ο τίτλος που παραπέμπει σε καλτ Horror του ‘50. Εννοείται, μόνο για τους φανατικούς των ταινιών τρόμου.

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ

Το Αίνιγμα (Garde à Vue) Αστυνομικό θρίλερ του 1981 από έναν μάστορα του γαλλικού σινεμά, τον Κλοντ Μιλέρ, που παραδίδει ένα υποδειγματικό δραματικό θρίλερ χαρακτήρων, βασισμένο στις εκθαμβωτικές ερμηνείες των Λίνο Βεντούρα, Μισέλ Σερό και Ρόμι Σνάιντερ. Ο Μιλέρ (« Η Μικρή Κλέφτρα») στήνει ένα ψυχολογικό παιχνίδι γάτας/ποντικιού, με τον Βεντούρα να υποδύεται τον αστυνομικό και τον Σερό στον ρόλο του υπόπτου για δυο βιασμούς και δολοφονίες κοριτσιών, αν και εξέχον μέλος της καλής κοινωνίας. Το φιλμ εξελίσσεται στη διάρκεια μιας πρωτοχρονιάτικης βραδιάς, μέσα σε ένα αστυνομικό τμήμα, έναν περιορισμένο χώρο, στον οποίο ο Μιλέρ κάνει θαύματα, παίζοντας με τις λεπτομέρειες, τις μικρές κινήσεις των ηθοποιών, τους μορφασμούς και τις ματιές, ακόμη και των δεύτερων ρόλων, τις στιγμές αμηχανίας των ηρώων, το αδιέξοδο της ανάκρισης, τα ψυχολογικά σκοτάδια του υπόπτου, την ανάδειξη της αλλοτρίωσης στους καλούς κύκλους της κοινωνίας, ακόμη και το μακάβριο χιούμορ. Και βεβαίως ένα συγκλονιστικό και απροσδόκητο φινάλε, απόλυτα ταιριαστό με το ψυχολογικό βάρος των ηρώων και το νοσηρό κλίμα της ταινίας. Ο Βεντούρα, πραγματικός βράχος, ο Σερό, πραγματική έκπληξη σε έναν ιδιαιτέρως απαιτητικό και πολυδιάστατο ρόλο, ενώ η Σνάιντερ, ένα χρόνο πριν αυτοκτονήσει (1982), μας προσφέρει την πιο μεστή ερμηνεία της, στα λίγα λεπτά που εμφανίζεται. Μια ταινία που καταφέρνει να γοητεύσει περισσότερο και από την πρώτη προβολή της.

Μπομπ ο Χαρτοπαίκτης (Bob le Flambeur). Κλασικό φιλμ νουάρ -αν και όχι τόσο γνωστό όσο άλλες δουλειές του τεράστιου Ζαν Πιέρ Μελβίλ (« Ο Δολοφόνος με το Αγγελικό Πρόσωπο», « Ο Κόκκινος Κύκλος»)- σε νέες ψηφιακές κόπιες. Ο μαέστρος Μελβίλ, εδώ (1956) προαναγγέλλει τη νουβέλ βαγκ, με αυτό το ατμοσφαιρικό φιλμ, στο οποίο μπορεί να μη διαθέτει τον γνωστό πεσιμισμό του, αλλά διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά που τον έκαναν έναν από τους μεγάλους Ευρωπαίους δημιουργούς. Δηλαδή, τον ρόλο της τύχης που παίζει στη μοίρα κάθε ανθρώπου, το στοιχείο της αμφιβολίας και τον κώδικα ηθικής ενός κύκλου παρανόμων, που δεν μπορεί να βρεις στο οργανωμένο έγκλημα ή στους μεγαλόσχημους που καραδοκούν. Ο Μελβίλ, που κεντράρει πάνω στον ήρωά του (εθισμένο στον τζόγο με παρελθόν παράνομου), τον εξαιρετικό Ροζέρ Ντουσέν και ταυτόχρονα μαγνητίζει το μάτι προβάλλοντας ένα διαφορετικό Παρίσι, άδειο από κόσμο, υγρό, φιλόξενο μόνο για παρανόμους και ανθρώπους της νύχτας. Έναν κόσμο που δεν ελπίζει σε πολλά, σχεδόν σε τίποτα και ποντάρει όλη του τη ζωή σε μια ζαριά. Η εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ανρί Ντεσέ συμβάλλει τα μέγιστα, όπως και όλοι οι συντελεστές της ταινίας. Άχαστο!

Μπλε Βελούδο (Blue Velvet). Το παραισθησιογόνο και διάσημο για το αιρετικό του πνεύμα φιλμ, επιστρέφει μετά από 35 χρόνια στη μεγάλη οθόνη, σε νέες ψηφιακές κόπιες, για τους λάτρεις του υπερεαλιστή δημιουργού. Η καλτ ταινία του Ντέιβιντ Λιντς, που ήταν υποψήφια για Όσκαρ σκηνοθεσίας και μας μεταφέρει στη σκοτεινή πλευρά της αμερικάνικης επαρχίας, θα ξανασυναντηθεί με τους πολλούς θιασώτες του σκηνοθέτη της «Ατίθασης Καρδιάς» και το ερώτημα είναι αν διατηρεί ακόμη τη μεθυστική γοητεία της, τη μυστηριακή και παρακμιακή ατμόσφαιρα, τη διεισδυτικότητά της στις σεξουαλικές ανθρώπινες διαστροφές, όπως αυτές αποτυπώνονται από την βασανισμένη και ασταθή ψυχολογικά, Ιζαμπέλα Ροσελίνι και τον σαδιστή, αποτρελαμένο γκάνγκστερ, σύντροφό της, Ντένις Χόπερ. Στα προτερήματα της ταινίας η φωτογραφία του Φρέντρικ Ελμς, η υποβλητική μουσική του Άντζελο Μπανταλαμέντι, αλλά και το υπόλοιπο καστ των Κάιλ ΜακΛάχλαν, Λόρα Ντερν και Ντιν Στόκγουελ.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ