Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2021
x

Η ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΠΟΓΡΑΦΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Η Voria.gr παρουσιάζει τη διαδρομή, τα παραλειπόμενα και τα σπάνια ντοκουμέντα των απογραφών τα τελευταία 200 χρόνια που συγκέντρωσε η ΕΛΣΤΑΤ

«Ωραίοι είμαστε, αλλά… πόσοι είμαστε;». Το σλόγκαν της απογραφής του 2001 απασχόλησε διαχρονικά την Ελλάδα, από τη σύσταση αρχικά της Ελληνικής Πολιτείας και εν συνεχεία του Ελληνικού Κράτους.

Οι λόγοι που οδήγησαν στην πρώτη αποτύπωση του πληθυσμού της χώρας το 1828 με κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια δεν έχουν καμία σχέση με τους σημερινούς. Κύριος στόχος ήταν η εξυπηρέτηση νόμων του κράτους που είχαν να κάνουν κυρίως με τη φορολογία και τη στρατολογία, γι’ αυτό και τα πρώτα χρόνια μέχρι το 1845 οι απογραφές γίνονταν κάθε χρόνο.

Στην πορεία των χρόνων άλλαξαν πολλά, τόσο σε ό,τι αφορά τα στοιχεία που συμπληρώνονταν στο απογραφικό δελτίο, όσο βέβαια και από τη μέθοδο συλλογής επεξεργασίας των στοιχείων. Η Voria.gr παρουσιάζει τη διαδρομή των απογραφών στους δύο αιώνες που πέρασαν, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο λεύκωμα που εξέδωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή, το οποίο επιμελήθηκαν εξ ολοκλήρου οι εργαζόμενοι. Στην έκδοση αποτυπώνονται οι αλλαγές στα δημογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού της χώρας από τις απαρχές της επανάστασης του ‘21 μέχρι σήμερα, ενώ παρουσιάζονται σπάνια ντοκουμέντα, χαρτογραφικές απεικονίσεις, αποσπάσματα ερωτηματολογίων και δημοσιευμάτων. Στο λεύκωμα αναφέρονται άγνωστα παραλειπόμενα και ευτράπελα της κάθε απογραφής, από τη λανθασμένη καταμέτρηση σε κάποιες περιπτώσεις, μέχρι τα ερωτήματα για τα… σωματικά ελαττώματα των απογραφόμενων και την πρώτη διαβεβαίωση προστασίας των προσωπικών δεδομένων το 1907.

Οι σταθμοί στην ιστορία της απογραφής

1828: Η πρώτη απογραφή στην Ελλάδα με κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια με αναδρομική εκτίμηση του πληθυσμού για το 1821. Ήταν ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα αφού, λόγω της συνέχισης του αγώνα για την ανεξαρτησία, η τάξη και η διοίκηση στη νεοσύστατη «Ελληνική Πολιτεία» δεν είχαν ακόμα παγιωθεί. Η κατάσταση αυτή είχε δυσμενείς επιδράσεις στην ακρίβεια των αποτελεσμάτων, χωρίς όμως αυτό να μειώνει την αξία και την ιδιαίτερη σημασία της για την εποχή. Κατά την απογραφή αυτή δεν συγκεντρώθηκαν λεπτομερή στοιχεία. Πρακτικά έγινε απαρίθμηση των ατόμων με σκοπό την εύρεση του αριθμού των κατοίκων κατά θρήσκευμα, ενώ με βάση τα στοιχεία, έγινε υπολογισμός του πληθυσμού στην αρχή της επανάστασης. Ο πληθυσμός υπολογίστηκε στους 753.400 κατοίκους, ενώ η εκτίμηση για το 1821 ήταν 938.765.

(Αποτελέσματα των Απογραφών Πληθυσμού 1821 και 1828 κατά χωρογραφικά τμήματα - Πηγή: Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον των Εσωτερικών, 1909, σελ. στ ́)

1836: Η πρώτη απογραφή από το Γραφείο Δημοσίου Οικονομίας της «Επί των Εσωτερικών Γραμματείας της Επικρατείας».

1861: Η πρώτη απογραφή πληθυσμού που δεν έγινε για στρατολογικούς ή φορολογικούς σκοπούς, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της στατιστικής επιστήμης της εποχής.

1870: Για πρώτη φορά δημοσιεύονται στοιχεία για τον εγγράμματο και αγράμματο πληθυσμό. Ως εγγράμματοι, θεωρούνταν όσοι γνώριζαν απλώς να υπογράφουν, έστω και μηχανικά.

1879: Για πρώτη φορά γίνεται επεξεργασία των αποτελεσμάτων με συγκεντρωτικό τρόπο από έναν φορέα. Τα πρώτα αριθμητικά δεδομένα της απογραφής δεν ανταποκρίνονταν πλήρως στον ζητούμενο πραγματικό πληθυσμό, επειδή σε κάποιες επαρχίες οι απογραφικές επιτροπές απέγραψαν και τους απόντες, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλος αριθμός διπλοαπογραφέντων. Από την απογραφή 1879 και εξής, εγγράμματοι θεωρούνταν όσοι γνώριζαν γραφή και ανάγνωση.

(Πίνακας ερωτημάτων που τέθηκαν και στοιχείων που δημοσιεύθηκαν κατά τις απογραφές πληθυσμού από το 1856 έως το 1879 - Πηγή: Βασίλειον της Ελλάδος, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, 1961, σελ. XIV)

1881: Απογραφή των κατοίκων της Θεσσαλίας και της Άρτας.

1889: Διεξαγωγή απογραφής για πρώτη φορά εντός μίας ημέρας πανελλαδικώς.

1896: Γίνεται καθολική χρήση ειδικών ατομικών απογραφικών δελτίων. Η επεξεργασία των δελτίων της Απογραφής δεν ολοκληρώθηκε λόγω πυρκαγιάς το 1897, στο κτίριο όπου φυλασσόταν το απογραφικό υλικό. Επρόκειτο για το Μέγαρο Μελά, στη νοτιοανατολική γωνία της τότε πλατείας Λουδοβίκου (σημερινής πλατείας Δημαρχείου/Κοτζιά), στην οποία βρισκόταν επίσης το Κεντρικό Ταχυδρομείο και Τηλεγραφείο Αθηνών.

(Απόσπασμα ατομικού απογραφικού δελτίου που χρησιμοποιήθηκε κατά την Απογραφή του 1896 - Πηγή: Χουλιαράκης, 1975, σελ. 359)

1907: Η πρώτη απογραφή στηριζόμενη σε κανόνες της σύγχρονης στατιστικής επιστήμης. Στο απογραφικό δελτίο περιλαμβάνεται ερώτημα για τυχόν σωματικά ελαττώματα, στα οποία ο απογραφόμενος καλείται να απαντήσει εάν είναι τυφλός, χωλός ή παράλυτος! Ταυτόχρονα εκδίδονται οδηγίες συμπλήρωσης του ατομικού απογραφικού δελτίου της, στις οποίες μεταξύ άλλων, αναγράφεται ρητά ότι οι πληροφορίες που συλλέγονται δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο στη στατιστική του πληθυσμού της Ελλάδας και επίσης ότι δεν επιτρέπεται να λάβει γνώση αυτών κανένας άλλος παρά μόνο η Υπηρεσία της Απογραφής.

(Απόσπασμα ατομικού απογραφικού δελτίου που χρησιμοποιήθηκε στην απογραφή του 1907 (Πηγή: Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον των Εσωτερικών, 1909, σελ. κγ ́)

(Οδηγίες συμπλήρωσης του ατομικού απογραφικού δελτίου της Απογραφής του 1907 -Πηγή: Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον των Εσωτερικών, 1909, σελ. κδ ́)

1913: Απογραφή των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδας.

1920: Ο αριθμός του πληθυσμού είναι πλέον σχεδόν διπλάσιος, καθώς έχουν προσαρτηθεί στο ελληνικό κράτος η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Κρήτη και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Στα αξιοσημείωτα είναι ότι πέμπτος μεγαλύτερος δήμος σε πληθυσμό ήταν η Αδριανούπολη. Χρησιμοποιήθηκαν παράλληλα το ατομικό και το οικογενειακό δελτίο, καθώς και η κατάσταση απογραφικού τμήματος. Στο οικογενειακό δελτίο περιλαμβάνονταν ερωτήματα σχετικά με την κατ’ οίκον βιοτεχνική ή βιομηχανική παραγωγή ως συμπλήρωμα της απογραφής Bιοτεχνίας και Bιομηχανίας, που διεξήχθη παράλληλα με την απογραφή πληθυσμού. Τέλος, για πρώτη φορά έγινε μηχανογραφική επεξεργασία των αποτελεσμάτων.

1923: Απογραφή προσφύγων από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.

1928: Η απογραφή διενεργείται από τη Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος που ιδρύθηκε το 1925. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών, διενεργήθηκε, το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου του 1923, με συνεργασία των Υπουργείων Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, απογραφή των προσφύγων που ήρθαν στη χώρα από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Η απογραφή ήταν προαιρετική, επομένως δεν απογράφηκε το σύνολο των προσφύγων. Τα αποτελέσματά της (αριθμός απογραφόμενων προσφύγων κατά διοικητικές περιφέρειες και οικισμούς με διάκριση κατά φύλο) δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 22ας Οκτωβρίου1923. Το σύνολο των προσφύγων που απογράφηκαν ήταν 786.431, οι άρρενες ήταν 351.313 και οι θήλεις 435.118. Ο μεγαλύτερος αριθμός προσφύγων απογράφηκε στη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης (162.418) και στο γεωγραφικό διαμέρισμα Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας (158.076).

1940: Η απογραφή διενεργείται στις 16 Οκτωβρίου, μόλις 12 ημέρες πριν από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Για πρώτη φορά χορηγείται στους απογραφέντες βεβαιωτικό απογραφής. Στο πλαίσιο της απογραφής, έγινε ειδική έρευνα για τους μακρόβιους (90 ετών και άνω), η οποία είχε διάρκεια 60 ημερών, διενεργήθηκε από ομάδα ιατρών, με σκοπό την εξακρίβωση του αριθμού τους και των συνθηκών διαβίωσής τους, με ειδικό απογραφικό δελτίο. Το δελτίο αυτό περιείχε ερωτήματα, όπως: πόσα χρόνια έζησε ο απογραφόμενος μακρόβιος ως έγγαμος, χήρος ή διαζευγμένος, σε ποια ηλικία απέκτησε το πρώτο παιδί και σε ποια το τελευταίο, το επάγγελμα του ιδίου και του πατέρα του, ο τόπος κατοικίας του, ο προσανατολισμός της κατοικίας του, οι ώρες και το μέρος όπου κοιμάται, πόσες ώρες περπατά τώρα και πόσες στη νεότητά του, η διατροφή του, αν καπνίζει ή καταναλώνει αλκοολούχα ποτά, το είδος του νερού που πίνει κ.λπ.