Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022
x

ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ: EΡΓΑΛΕΙΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ή ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΗΜΑΓΩΓΙΑΣ;

Η κυβερνητική πρόταση καθιερώνει το θεσμό του «δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία» και μετά από αίτηση πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών.

 

Πολλά μπορεί να πει κανείς για την απόφαση της κυβέρνησης να εκκινήσει τώρα τη διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, προς το τέλος του τετραετούς κύκλου της κι ενώ έχουμε εισέλθει κατ’ ουσία σε προεκλογική περίοδο κατά την οποία οι συναινέσεις, οι οποίες είναι προαπαιτούμενο για να ευδοκιμήσει αυτή η διαδικασία, είναι σχεδόν απίθανο να συντελεστούν. Όπως επίσης είναι πολλές και οι κρίσεις, θετικές ή και αρνητικές που μπορούν να διατυπωθούν για την ουσία των κυβερνητικών προτάσεων ή ακριβέστερα, των προτάσεων του ΣΥΡΙΖΑ καθώς η σύμφωνη γνώμη του ελάσσονος κυβερνητικού εταίρου δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ωστόσο, στο παρόν σημείωμα θέλω να σταθώ μόνον σε μία από τις κυβερνητικές προτάσεις, αυτήν η οποία αναφέρεται στην αναθεώρηση της παρ. 2 του άρθρου 44 του Συντάγματος, αναφορικά με τη δυνατότητα διενέργειας δημοψηφισμάτων.

Η κυβερνητική πρόταση καθιερώνει το θεσμό του «δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία», σύμφωνα με την οποία δημοψήφισμα «θα μπορεί να προκηρύσσεται για κρίσιμα εθνικά θέματα μετά από αίτηση πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα ή για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, μετά από αίτηση ενός εκατομμυρίου πολιτών».

Επιχειρηματολογώντας υπέρ της συγκεκριμένης τροποποίησης, στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης αναφέρεται ότι «το κίνημα των πλατειών, στις αρχές της οικονομικής κρίσης, πέραν του θυμού και της οργής απέναντι στις πολιτικές της σκληρής λιτότητας, έθεσε στην ημερήσια διάταξη και ένα καίριο ερώτημα που αφορά τα όρια της αντιπροσώπευσης. Έθεσε το αίτημα για απευθείας συμμετοχή του λαού στη διαμόρφωση της πολιτικής και των κρίσιμων αποφάσεων. Απαίτησε να μην είναι ο λαός παρατηρητής των εξελίξεων όσο θα διαρκεί η τετραετία μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων. Και ο λαός αποτελεί για μας την βασική εγγύηση τήρησης της δημοκρατικής αρχής».

Για να είμαι ειλικρινής δεν θυμάμαι να αναδύθηκε κανένα τέτοιο αίτημα από τις γεμάτες οργή πλατείες των «αγανακτισμένων», όμως, για την οικονομία της συζήτησης ας το δεχτούμε. Σύμφωνα, λοιπόν, με την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, για το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, που αποτελεί τον ορισμό του «εθνικού θέματος», θα αρκούσαν πεντακόσιες χιλιάδες υπογραφές για να γίνει δημοψήφισμα. Και όλοι, βεβαίως, γνωρίζουμε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αυτού του δημοψηφίσματος. Όπως το γνωρίζει και ο μείζων κυβερνητικός εταίρος αλλά παρ’ όλα αυτά επιμένει στην κύρωση της Συμφωνίας, παρά την συντριπτική λαϊκή αντίθεση.

Πέραν αυτού, άραγε πόσοι υπάρχοντες νόμοι θα ανατραπούν εφόσον δοθεί η δυνατότητα διενέργειας δημοψηφίσματος κατόπιν ενός εκατομμυρίου υπογραφών; Θυμίζω ότι ο μακαριστός Χριστόδουλος είχε συγκεντρώσει πολλαπλάσιες του ενός εκατομμυρίου υπογραφές για τις ταυτότητες και είναι απολύτως βέβαιο ότι η Εκκλησία μπορεί σε χρόνο ρεκόρ να καλύψει αυτό το πλαφόν και να ζητήσει δημοψηφίσματα για μια σειρά νόμους τους οποίους ψήφισε ακόμη και η παρούσα κυβέρνηση, όπως για παράδειγμα η χορήγηση ιθαγένειας, το σύμφωνο συμβίωσης, ο γάμος ομοφυλοφίλων κ.ο.κ. Αλλά θα μπορούσαν να ανατραπούν και πολλά παλαιότερα νομοθετήματα τα οποία είχαν προκαλέσει μεγάλες κοινωνικές αναταραχές όπως για παράδειγμα η καθιέρωση του πολιτικού γάμου, η αποποινικοποίηση της μοιχείας, η νομιμοποίηση των αμβλώσεων κ.ο.κ.

Κι αυτή είναι ίσως η πλέον επικίνδυνη πτυχή αυτής της φαινομενικά προοδευτικής, αλλά κατ’ ουσίαν άκρως δημαγωγικής πρότασης. Διότι, με τον τρόπο αυτόν το μόνο που καταφέρνεις είναι να παραδίδεις ευαίσθητα κοινωνικά δικαιώματα και μάλιστα, αδύναμων μειοψηφικών ομάδων, στις ορέξεις της πλατείας. Συγχρόνως, αναγορεύεις σε κρίσιμους πολιτικούς παράγοντες, θεσμούς, όπως η Εκκλησία, αλλά και δυναμικές μειοψηφίες, όπως για παράδειγμα η Χρυσή Αυγή.

Συνεχίζοντας, η αιτιολογική έκθεση της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρει πως «επειδή είμαστε με τη δημοκρατία και όχι με την αριστοκρατία, επιμένουμε να την υπερασπιζόμαστε, ακόμη και όταν θεωρούμε ότι η πλειοψηφία δεν παίρνει τις αποφάσεις που εμείς επιθυμούμε... Διότι έτσι συγκροτούνται οι ισχυρές δημοκρατίες. Όταν εμπιστεύονται και όχι όταν φοβούνται την λαϊκή κρίση». Η αναφορά αυτή ισοδυναμεί με… αυτοτρολάρισμα εάν σκεφτεί κανείς τι συνέβη στο τελευταίο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Τότε που ο πρωθυπουργός αποφάσισε να… πάει με την αριστοκρατία, να γράψει στα παλιά του τα παπούτσια την απόφαση της συντριπτικής πλειοψηφίας και να μετατρέψει το ισχυρό «όχι», σε «ναι σε όλα». Και η ζωή απέδειξε ότι σοφά έπραξε.

Τα δημοψηφίσματα είναι χρήσιμα πολιτικά εργαλεία, αλλά όταν αφορούν κυρίως τοπικής σημασίας θέματα. Στα κορυφαία και κρίσιμα ζητήματα οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται από εκείνους τους οποίους επέλεξε ο λαός να τον κυβερνήσουν. Έτσι λειτουργεί η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία η οποία, παρά τις όποιες αδυναμίες και τις παθογένειές της οδήγησε τη χώρα, αλλά και την Ευρώπη, πολλά βήματα μπροστά.

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ