Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022
x

ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΤΟΥ ΘΕΡΜΑΪΚΟΥ ΚΟΛΠΟΥ

Τα συμπεράσματα από τις μελέτες του εργαστηρίου Περιβαλλοντικών Ελέγχων και Έρευνας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και υπερθέρμανσης του πλανήτη, που αποτελούν παράγοντες που επηρεάζουν πολύ έντονα τα υδάτινα οικοσυστήματα, προκαλώντας την ανάπτυξη και εξάπλωση παθογόνων μικροοργανισμών και τοξικών μικροφυκών στους θαλάσσιους βιότοπους. Παράλληλα, νέα εισβολικά είδη μικροβίων και παρασίτων συνδέονται άμεσα με την υπερθέρμανση των ωκεανών. Το φαινόμενο αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο και στη δημόσια υγεία καθώς η κατανάλωση μολυσμένων μαλακίων μπορεί να επηρεάσει την ανθρώπινη υγεία σε όλα τα επίπεδα που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία βακτηρίων.

Με αυτά τα δεδομένα η λειτουργία του εργαστηρίου Περιβαλλοντικών Ελέγχων και Έρευνας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στοχεύει –μεταξύ άλλων- στην ανάπτυξη και εφαρμογή νέων μοριακών τεχνικών ταυτοποίησης, διάκρισης και ποσοτικού προσδιορισμού βακτηρίων, όπως επίσης και ιχνηλασιμότητας των αλιευτικών προϊόντων.

Όπως διαπιστώνει ο βιολογικός τομέας του εργαστηρίου εστιάζοντας στην ελληνική υδατοκαλλιέργεια και την αλιεία δίθυρων, παθογόνοι μικροοργανισμοί υψηλού κινδύνου και μικροφύκη ανιχνεύονται συχνά κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, ιδιαίτερα στο Θερμαϊκό Κόλπο. Λαμβάνοντας υπόψη τα κλιματικά μοντέλα που προβλέπουν περαιτέρω αυξήσεις της θερμοκρασίας, εύκολα συμπεραίνεται ότι μακροπρόθεσμα οι θαλάσσιοι οργανισμοί θα έρχονται αντιμέτωποι με υψηλότερες θερμοκρασίες.

Υψηλού κινδύνου ο Θερμαϊκός

Λόγω της θετικής σχέσης μεταξύ θερμοκρασίας και μικροβιακού φορτίου, οι θαλάσσιες περιοχές που επηρεάζονται περισσότερο από αυτό το φαινόμενο χαρακτηρίζονται ως «υψηλού κινδύνου» για την υγεία των καταναλωτών, μεταξύ των οποίων είναι και ο Θερμαϊκός Κόλπος. Αξίζει επίσης να τονιστεί πως το ποσοστό επιβάρυνσης από βακτήρια και παράσιτα φαίνεται να σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη ρύπανση του Θερμαϊκού Κόλπου. Τα υδρολογικά χαρακτηριστικά του Θερμαϊκού Κόλπου, συμπεριλαμβανομένων των εκροών υδάτων από τρεις ποταμούς και των επιπτώσεων της αστικοποίησης από τη Θεσσαλονίκη, φαίνεται να ευθύνονται για τις υψηλές ετήσιες αναφορές Escherichia coli ειδικότερα τα τελευταία χρόνια.

Επιπλέον, πρόσφατα, η παρουσία βακτηριακών γενών όπως τα Halomonas sp. και Sulfitobacter sp., τα οποία αποτελούν βιοδείκτες υψηλής ρύπανσης, όπως επίσης και του Planococcus sp., το οποίο συχνά εντοπίζεται υδάτινα οικοσυστήματα με υψηλές συγκεντρώσεις μικροπλαστικών, καταδεικνύουν τον υψηλό κίνδυνο ρύπανσης των υδάτων του Θερμαϊκού. Η συστηματική παρακολούθηση ως εκ τούτου αφορά μια από τις βασικές προτεραιότητες των μελών του εργαστηρίου, καθώς θεωρείται το πρώτο βήμα, απαραίτητο για το σχεδιασμό αντισταθμιστικών μέτρων, όταν και όπου κρίνεται σκόπιμο.

Το εργαστήριο Περιβαλλοντικών Ελέγχων και Έρευνας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας λειτουργεί εδώ και περίπου ένα χρόνο. Ήταν το 2020 όταν υπογράφτηκε προγραμματική σύμβαση μεταξύ της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και ειδικότερα της αντιπεριφέρειας ανάπτυξης και περιβάλλοντος υπό τον κύριο Κωνσταντίνο Γιουτίκα, και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με επιστημονικά υπεύθυνους τον Αναπληρωτή Καθηγητή Ιωάννη Κατσογιάννη από το τμήμα Χημείας, Α.Π.Θ. και τον Καθηγητή Βασίλειο Μιχαηλίδη από το τμήμα Βιολογίας, Α.Π.Θ. Στεγάζεται σε ειδικό χώρο στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και απασχολεί 15 άτομα σε διαφορετικά ερευνητικά αντικείμενα, τα οποία σχετίζονται με τις περιβαλλοντικές έρευνες.

 

Εξυγίανση υδάτων

Πέρα από τον βιολογικό τομέα το εργαστήριο διαθέτει και χημικό τομέα, που ασχολείται με μεθόδους ανάλυσης βαρέων μετάλλων, οργανικών μικρορύπων και άλλων φυσικοχημικών παραμέτρων, όπως pH, αγωγιμότητα, ανιόντα, σκληρότητα, αλκαλικότητα κτλ. σε υδατικά δείγματα, υγρά απόβλητα, σε ιζήματα και σε εδώδιμα προϊόντα, όπως π.χ. ρύζι και μύδια. Επιπλέον στοχεύει στην ανάπτυξη τεχνολογιών εξυγίανσης των υδάτων αλλά και των υγρών αποβλήτων.

Πιο συγκεκριμένα, η τρέχουσα ερευνητική δραστηριότητα στοχεύει στην ανάλυση των υδάτων των ρυζοκαλλιεργειών αλλά και του καρπού του ρυζιού για τυχόν ανίχνευση φυτοφαρμάκων αλλά και ουσιών που παράγονται κατά τον μεταβολισμό τους. Τα φυτοφάρμακα, όταν χρησιμοποιούνται στις σωστές δοσολογίες, αποικοδομούνται, αλλά δεν έχει διερευνηθεί ως τώρα αν οι ουσίες που προκύπτουν από την αποικοδόμηση των φυτοφαρμάκων μένουν στο ρύζι αλλά και γενικότερα σε τρόφιμα. Παράλληλα, τα δείγματα του ρυζιού θα εξεταστούν και ως προς μια σειρά άλλων χημικών παραμέτρων όπως είναι τα βαρέα μέταλλα αλλά και ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τοπικού προϊόντος. Για παράδειγμα θα διερευνηθεί αν οι ποικιλίες του ρυζιού που καλλιεργούνται από τους παραγωγούς της Θεσσαλονίκης έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες ή σε άλλα διατροφικά χαρακτηριστικά. Θα επιδιωχθεί σύγκριση με το ρύζι που παράγεται σε άλλες περιοχές ενώ στο εργαστήριο υπάρχει η επιδίωξη και μέσα από συνεργασίες με άλλα εργαστήρια είτε εντός του Α.Π.Θ. είτε και με άλλα πανεπιστήμια, να επεκταθεί η έρευνα σε άλλα σημαντικά προϊόντα της περιοχής όπως τα μύδια και το κρασί.

Βαρέα μέταλλα και οργανικοί μικρο-ρύποι

Επιπλέον, στο εργαστήριο γίνεται έρευνα για την ανάπτυξη τεχνολογιών επεξεργασίας των νερών και των λυμάτων με έμφαση των απομάκρυνση βαρέων μετάλλων και οργανικών μικρορύπων. Συγκεκριμένα, διερευνάται η σύνθεση, και η εφαρμογή καινοτόμων προσροφητικών υλικών για την απομάκρυνση από το πόσιμο νερό βαρέων μετάλλων και μεταλλοειδών, με έμφαση στο αρσενικό, το εξασθενές χρώμιο, το φθόριο και τα φωσφορικά ανιόντα, σε σύγκριση με τεχνολογίες που εφαρμόζονται ήδη στην πράξη, όπως η κροκίδωση, με χρήση αλάτων του δισθενούς ή τρισθενούς σιδήρου. Το αρσενικό και το εξασθενές χρώμιο είναι δυο πολύ τοξικά στοιχεία για τον άνθρωπο και δεν πρέπει να υπερβαίνουν οι συγκεντρώσεις τους στο πόσιμο νερό τα όρια της νομοθεσίας. Το όριο για το αρσενικό είναι τα 10 μg/L, ενώ για το χρώμιο είναι τα 50 μg/L, αλλά σύμφωνα με την καινούρια οδηγία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αυτό θα αλλάξει και θα μειωθεί στα 25 μg/L. Το φθόριο επίσης, όταν βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στο πόσιμο νερό, μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην ανθρώπινη υγεία, ενώ τα φωσφορικά αποτελούν έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες εμφάνισης ευτροφισμού.

Επίσης, αναπτύσσονται τεχνολογίες προχωρημένης οξείδωσης, με έμφαση στη δημιουργία υπερθεικών ριζών, για την οξείδωση και απομάκρυνση οργανικών μικρορύπων που εμφανίζονται στα νερά και στα υγρά απόβλητα, λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η χρήση φυτοφαρμάκων και εντομοκτόνων, η χρήση καλλυντικών κ.α.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ