Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019
x

ΒΟΥΛΙΑΞΕ ΣΤΑ... ΡΥΜΟΥΛΚΑ Η ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Το θέμα που έσκασε στο λιμάνι συγκλονίζει τις τελευταίες ημέρες λόγω των δικαστικών εξελίξεων και, όπως κάθε σοβαρή υπόθεση, έχει πολλές διαστάσεις.

Μετά το 1997 και την ανάθεση από την Παγκόσμια Ολυμπιακή Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα οι αξίες στο ελληνικό χρηματιστήριο –τότε Χρηματιστήριο Αθηνών ή Οδός Σοφοκλέους- άρχισαν να ανεβαίνουν. Τα πρώτα χρόνια δειλά και συγκρατημένα, αλλά με τα σημάδια στο βάθος του ορίζοντα αρκετά ευκρινή. Τότε, λοιπόν, γύρω από την ελληνική κεφαλαιαγορά δημιουργήθηκε σημαντική κινητικότητα. Οι επαγγελματίες του κλάδου (χρηματιστηριακές εταιρίες, σύμβουλοι κ.λπ.) επιδίδονταν σε έντονη προσπάθεια να προσελκύσουν στις Αγορές του Χ.Α. εταιρίες που τηρούσαν τις προϋποθέσεις, με βασικό επιχείρημα την άντληση δωρεάν κεφαλαίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων. Η επιχειρηματολογία προς τους μετόχους αυτών των εταιριών –συνήθως οικογένειες ολόκληρες- ήταν ότι «καλύτερα να έχετε ένα μικρότερο ποσοστό σε μια μεγαλύτερη και ταχέως αναπτυσσόμενη επιχείρηση, στην οποία θα μπορείτε να εφαρμόσετε τα σχέδια σας και να υλοποιήσετε τα οράματά σας, παρά τον έλεγχο του 100% σε κάτι μικρότερο, με δυσκολίες στην ανάπτυξη είτε λόγω απουσίας κεφαλαίων, είτε λόγω ακριβού χρήματος».

Άποψη που δεν είχε καμία ιδιαίτερη αξία για τους περισσότερους από τους ιδιοκτήτες των σοβαρών εταιριών στη Θεσσαλονίκη, οι οποίοι προτιμούσαν να ελέγχει η οικογένεια το σύνολο των μετοχών και της διοίκησης των επιχειρήσεων τους. «Σιγά μη δώσω σε άλλους το 25% των μετοχών» ήταν η συνηθισμένη κατάληξη τέτοιων συζητήσεων, τις οποίες έκαναν οι άνθρωποι της κεφαλαιαγοράς σε γραφεία βιομηχάνων στη Σίνδο και το Καλοχώρι, αλλά και σε πολλές άλλες περιοχές της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης Κεντρικής Μακεδονίας. Κάποιοι, βέβαια, αξιοποίησαν την ευκαιρία, αλλά ήταν λίγοι σχετικά με το σύνολο. Όταν μετά το 1998 οι τιμές στο Χ.Α. ανέβηκαν πολύ –στην πραγματικότητα εκτοξεύτηκαν αδικαιολόγητα- συμπαρασύροντας προς τα πάνω την αξία των εισηγμένων εταιριών, οι οποίες με άνεση πραγματοποιούσαν αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου πολλών δισ. ευρώ, οι επιχειρηματίες της Θεσσαλονίκης κλονίστηκαν. Για την ακρίβεια συγκλονίστηκαν αντιλαμβανόμενοι τι χάνουν περιορισμένοι στο… καβούκι τους και στα κεκτημένα.

Αποφάσισαν, λοιπόν, να βγουν μπροστά, αλλά με άγαρμπο τρόπο. Ο τότε Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος, που κατά τεκμήριο εκπροσωπούσε τις πιο δυναμικές εταιρίες της μεταποίησης, δηλαδή του πιο παραγωγικού κλάδου της περιοχής, ζήτησε από την τότε κυβέρνηση να υποχρεώσει τις χρηματιστηριακές αρχές να δημιουργήσουν δύο λίστες αναμονής εταιριών προς εισαγωγήν στο Χ.Α. Στη δεύτερη λίστα, που θα κινούνταν παράλληλα με την πρώτη, θα έμπαιναν εταιρίες από τη Λάρισα και πάνω, ώστε ο στόχος της εισαγωγής των μετοχών στο χρηματιστήριο –και επομένως η άντληση κεφαλαίων- να επιτευχθεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα για τις επιχειρήσεις της Β. Ελλάδος, που είχαν ξεμείνει πολύ πίσω στην ουρά. Φυσικά το αίτημα δεν έγινε δεκτό, ενώ η απαξίωση του χρηματιστηρίου τα επόμενα χρόνια έβαλε φρένο σε κάθε συζήτηση. Όσοι πρόλαβαν πρόλαβαν. Σημαντικές εταιρίες της Β. Ελλάδος, που αξιοποίησαν τα φτηνά κεφάλαια των επενδυτών της κεφαλαιαγοράς έγιναν παγκόσμιοι παίκτες. Έτσι συμβαίνει σε όλο τον κόσμο. Οι υπόλοιποι, οι συντηρητικής νοοτροπίας και πιστοί στον οικογενειακό χαρακτήρα του επιχειρείν, θα έπρεπε να περιμένουν την έλευση του ευρώ για να έχουν τη δυνατότητα φτηνής χρηματοδότησης, δηλαδή δανειοδότησης, χρημάτων που πρέπει να επιστραφούν. Ενώ τα κεφάλαια των επενδυτών μέσω του χρηματιστηρίου είναι δωρεάν και συγχρόνως δεν υπάρχει υποχρέωση επιστροφής τους σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.  

Αυτή η ιστορία, που στην πραγματικότητα είναι ιστορία επιχειρηματικής νοοτροπίας, επανήλθε στο προσκήνιο στα απόνερα της υπόθεσης διαφθοράς πέριξ των πλοηγών και των ρυμουλκών που δραστηριοποιούνται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Το θέμα συγκλονίζει τις τελευταίες ημέρες λόγω των δικαστικών εξελίξεων και όπως κάθε σοβαρή υπόθεση έχει πολλές διαστάσεις. Και ακόμη περισσότερες προεκτάσεις. Οι μίζες, οι δωροδοκίες δημοσίων υπαλλήλων, ο αθέμιτος ανταγωνισμός, ο «νόμος της σιωπής» που σπάει μόνο μετά από μια μεγάλη καταστροφή, οι κωδικοποιημένες τηλεφωνικές συνομιλίες, η αγριότητα του αθέμιτου ανταγωνισμού, μια δικογραφία χιλιάδων σελίδων, δεκάδες κατηγορούμενοι, πολλοί δικηγόροι. Υπόνοιες ότι όλοι ήξεραν τι συνέβαινε αλλά δε μιλούσαν, όπως και ότι η Θεσσαλονίκη δεν είναι το μοναδικό λιμάνι στο οποίο δρούσε το κύκλωμα, ακολουθούν ο Πειραιάς και η Πάτρα. Όρεξη να έχουν οι δικαστικοί λειτουργοί να αποκαλύπτουν, οι δικηγόροι να υπερασπίζονται και οι δημοσιογράφοι να καταγράφουν.

Σε μια συζήτηση των τελευταίων ημερών ανάμεσα σε εμπλεκόμενους στις λιμενικές εργασίες στη Θεσσαλονίκη αναδύθηκε στην επιφάνεια η συντηρητική νοοτροπία του επιχειρείν της Θεσσαλονίκης. Η άποψη ότι «για μία ακόμη φορά ανέβηκαν κάποιοι από την Αθήνα –εν προκειμένω, λόγω θάλασσας, από τον Πειραιά- για να πάρουν δουλειές στη Θεσσαλονίκη και για να το επιτύχουν δεν δίστασαν να δημιουργήσουν καρτέλ και να οδηγήσουν στην καταστροφή και στον αφανισμό μια εταιρία της Θεσσαλονίκης» διατυπώθηκε με αξιοσημείωτη εκφραστική σοβαρότητα. Πρόκειται για μια γενική περιγραφή του τι συνέβη. Οι εταιρίες ρυμουλκών με έδρα τον Πειραιά και υποκαταστήματα στη Θεσσαλονίκη που φέρονται ότι συνασπίστηκαν δημιουργώντας άτυπο καρτέλ, σε συνεργασία -με το αζημίωτο φυσικά- με τους υπαλλήλους της πλοηγικής υπηρεσίας και τις πλάτες –επίσης με το αζημίωτο- του λιμενάρχη επέβαλαν στην αγορά κανόνες που συνέφεραν τις ίδιες και περιθωριοποίησαν μέχρι πτωχεύσεως τον τοπικό ανταγωνιστή τους. Μόνο που η συζήτηση για την επιχειρηματικότητα με γεωγραφικούς όρους είναι αδιέξοδη και γι’ αυτό άστοχη. Διότι στην εποχή μας δεν (μπορεί να) υπάρχει γκετοποίηση στις μπίζνες. Το πνεύμα της παγκοσμιοποίησης διατρέχει και τις εγχώριες αγορές, χώρια που η Ελλάδα ως πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αναφορά σε ενιαίο οικονομικό χώρο 28 κρατών. Άρα αντανακλαστικά με χαρακτηριστικά εντοπιότητας δεν δικαιολογούνται. Το μόνο που δείχνουν είναι αμηχανία. Και συντηρητική επιχειρηματική νοοτροπία, που αναμφίβολα υπάρχει στη Θεσσαλονίκη και συχνά αποδεικνύεται αδιέξοδη, αφού δεν είναι προωθητική. Το αντίθετο. Αν, λοιπόν, δεχθούμε σε αντιδιαστολή με το «πέτρα που κυλάει δε χορταριάζει» ότι η στασιμότητα είναι το πρώτο βήμα για να βουλιάξει κανείς –στα αβαθή του λιμανού, αλλά και αλλού- τότε αντιλαμβανόμαστε έναν από τους λόγους που η επιχειρηματικότητα στη Θεσσαλονίκη δεν εξελίσσεται με εντονότερους και ταχύτερους ρυθμούς. Ακόμη χειρότερα: πρόκειται για επιχειρηματικότητα που… υπαλληλοποιείται.

Τους επόμενους μήνες, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, οι εκδηλώσεις που θα οργανώσουν οι τοπικοί φορείς για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης και την υποστήριξη και ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας, θα είναι πολλές. Συνέδρια, ημερίδες, εγκαίνια. Επιχειρηματίες, στελέχη της αγοράς, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί θα μιλήσουν και θα συζητήσουν θέματα που για προφανείς λόγους (πρέπει να) βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας για τη χώρα στην παρούσα συγκυρία. Καινοτομία, εξαγωγές, συνέργειες, επενδύσεις, περιβαλλοντικό αποτύπωμα, χρηματοδοτήσεις είναι μερικές μόνο από τις λέξις και τις έννοιες που –σωστά- θα ακουστούν πολύ και θα αναλυθούν ακόμη περισσότερο. Άλλωστε είτε λόγω ασάφειας, είτε λόγω ευρύτητας περιεχομένου αυτές οι λέξεις προσφέρονται για όλους και από όλους. Χωράνε παντού. Μπαινοβγαίνουν από «το φούρνο στην κατάψυξη» με εξαιρετική άνεση και ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία. Κάποιοι από τους εισηγητές θα πουν σοφά πράγματα και ως εκ τούτου οι πιο προσεκτικοί από το ακροατήριο θα γίνουν σοφότεροι. Οι περισσότεροι εκ των ομιλητών θα περιοριστούν σε κοινοτοπίες και εκ των ακροατών σε χειραψίες, κουβεντούλες, ίσως και κάποιες σοβαρότερες συζητήσεις. Αλλά μέχρι εκεί. Στη Θεσσαλονίκη το θέμα της επιχειρηματικής νοοτροπίας μοιάζει να είναι ταμπού. Η παράδοση είναι σπουδαία υπόθεση, αφού έχει δικαιωθεί σε βάθος χρόνου. Το νέο για να έχει ενδιαφέρον πρέπει να χτίζεται πάνω στο παλαιότερο. Μόνο που στις δουλειές τα πράγματα κινούνται με ταχύτητα, η οποία τις τελευταίες δεκαετίες έχει ξεπεράσει κάθε τι που ξέραμε και είμασταν εκπαιδευμένοι. Στη Θεσσαλονίκη κατά έναν μυστήριο τρόπο τα περισσότερα πράγματα κινούνται αργά. Ιδίως όταν εμπλέκεται το δημόσιο, όπως είναι οι μεγάλες υποδομές. Μόνο που ο ιδιωτικός τομέας οφείλει έναντι πρωτίστως του εαυτού του και της επιβίωσης του να αλλάξει ρυθμούς το συντομότερο δυνατό.  

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ