Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020
x

ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΡΙΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΑΝΕΡΓΟΥΣ ΜΕ ΠΤΥΧΙΟ-ΔΙΟΓΚΩΝΕΤΑΙ ΤΟ BRAIN-WASTE

Η αγορά εργασίας στη χώρα μας δεν ανταμείβει το επίπεδο εξειδίκευσης των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με έρευνα του ΚΑΝΕΠ

Ακόμα μια αρνητική πρωτιά για την Ελλάδα, η οποία έχει τη μεγαλύτερη ανεργία νέων 20 έως 35 χρονών, αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Η αγορά εργασίας στη χώρα μας δεν ανταμείβει το επίπεδο εξειδίκευσης των αποφοίτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μάλιστα, το αντικείμενο εργασίας που προσφέρεται αντιστοιχεί «σε απόφοιτο Λυκείου», ενώ η προσφερόμενη εργασία αμείβεται με μισθό κατώτερο του αποφοίτου Γυμνασίου.  

Η συγκεκριμένη τάση διογκώνει τα φαινόμενα του brain-drain (διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό) και brain-waste (σπατάλη εγκεφάλων στην αγορά– αναντιστοιχία δεξιοτήτων), που ισχυροποιούνται κυρίως στις περιπτώσεις όπου το επίπεδο τεχνολογικής εξειδίκευσης της επιχείρησης (και τελικά του κλάδου και της αγοράς) είναι χαμηλότερο της προσφερόμενης.

Σύμφωνα με έρευνα για την εκπαίδευση και την απασχόληση την περίοδο 2001-2018 στην Ελλάδα του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ (ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ) η χώρα μας κατέχει αρνητική πρωτιά με ποσοστό 20% σε ανέργους αποφοίτους Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι περίπου στο 5%.

Επίσης, από τη μελέτη προκύπτει ότι η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση στην ΕΕ-28, με ποσοστό 69,6%, σε απασχολούμενους αποφοίτους Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 20-34 ετών το έτος 2018. Βρίσκεται παράλληλα στην τελευταία θέση στην ΕΕ-28, με ποσοστό 55,3%, σε απασχολούμενους αποφοίτους τουλάχιστον ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 20-34 ετών.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνας, η οποία παρουσιάστηκε σήμερα στη Θεσσαλονίκη ενόψει της 84ης ΔΕΘ, στην Ελλάδα το εργατικό δυναμικό κατέχει θέσεις εργασίας πολύ κατώτερες από το εκπαιδευτικό του επίπεδο και τα προσόντα του. Μάλιστα, το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται πιο έντονα στους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τους κατόχους μεταπτυχιακών.

«Αυτό δείχνει ότι οι νέοι πτυχιούχοι στην Ελλάδα, που είναι και το μεγάλο εργατικό δυναμικό δυσκολεύονται πάρα πολύ να ενταχθούν στην αγορά εργασίας», επισήμανε ο Χρήστος Γούλας, Διευθυντής του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ.

Όπως σημείωσε ο κ. Γούλας, η αγορά εργασίας παρέχει θέσεις εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης και καινοτομίας, με αποτέλεσμα οι νέοι με προσόντα να έχουν θέσεις εργασίας πολύ κατώτερες. «Αυτό με τη σειρά του μας φέρνει το φαινόμενο του brain – drain, καθώς οι άνθρωποι αυτοί βγαίνουν από τη χώρα για να βρουν καλύτερη τύχη, καλύτερη δουλειά», υπογράμμισε ο Διευθυντής του ΚΑΝΕΠ-ΓΣΕΕ.

Σχετικά με το ετήσιο εισόδημα του εργατικού δυναμικού αυτής της κατηγορίας, των τριών εκπαιδευτικών επιπέδων, η Ελλάδα είναι στην 25η θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28. Το ετήσιο καθαρό εισόδημα των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι στα 14.400 ευρώ το χρόνο, για τους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στα 9.400 ευρώ και για τους αποφοίτους δημοτικού και γυμνασίου στις 7.400 ευρώ.

«Έχουμε αρνητικές πρωτιές και το θέμα πρέπει να το δούμε πολύ συστηματικά, γιατί εάν η οικονομία δεν επανέλθει να παράγει νέες θέσεις εργασίας πιο εξειδικευμένες και με εκπαιδευτικά προσόντα, δεν μπορούμε να βγούμε από την κρίση», επισήμανε ο κ. Γούλας. Όπως σημείωσε, «πλέον πρέπει το εκπαιδευτικό σύστημα να αρχίσει να επικοινωνεί με τις πολιτικές απασχόλησης», τόνισε.

«Προβληματική χαρακτήρισε την κατάσταση», ο Γιώργος Βούτσινος Γενικός Γραμματέας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Δια Βίου Μάθησης του Υπουργείου Παιδείας.

Εκτίμησε ότι είναι αντιμετωπίσιμη η κατάσταση και σημείωσε ότι υπάρχει ένα πρόγραμμα επιμελημένο και ώριμο. Συγκεκριμένα, αναφερόμενος στο συγκεκριμένο πρόγραμμα ο κ. Βούτσινος μίλησε για συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και για αυτονομία στις μονάδες, ώστε με τους τοπικούς παράγοντες να δημιουργούν προγράμματα που χρειάζεται η τοπική κοινωνία. Προανήγγειλε μάλιστα ότι το εν λόγω νομοσχέδιο θα είναι έτοιμο έως το τέλος του χρόνου.

«Θέλουμε να ανατρέψουμε τελείως την κατάσταση που υπάρχει στον τομέα της εκπαίδευσης», τόνισε. Όπως τόνισε, «δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για επαγγελματική εκπαίδευση χωρίς την συνεργασία με την αγορά εργασίας και τους εργαζόμενους και εργοδότες».  

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΕΡΕΥΝΑ

Από τη μελέτη προκύπτουν τα ακόλουθα βασικά συμπεράσματα:

  • Η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση στην ΕΕ-28, με ποσοστό 69,6%, σε απασχολούμενους αποφοίτους Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 20-34 ετών το έτος 2018.
  • Η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση στην ΕΕ-28, με ποσοστό 55,3%, σε απασχολούμενους αποφοίτους τουλάχιστον ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  ηλικίας 20-34 ετών το έτος 2018.
  • Την περίοδο 2009-2014 το μέσο ισοδύναμο καθαρό εισόδημα των ατόμων ηλικίας 18-64 ετών στην Ελλάδα καταγράφει σημαντική μείωση τόσο για αποφοίτους χαμηλού (κατά 4.207€ ή κατά -36,6%) και μέσου (κατά 5.296€ ή κατά -36,6%) όσο και υψηλού (κατά 8.373€ ή κατά -37,3%) μορφωτικού επιπέδου, με μικρές αυξομειώσεις την επόμενη περίοδο (2016-2018).
  • Η Ελλάδα σταθερά βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις στην ΕΕ-28 σε ό,τι αφορά το μέσο καθαρό εισόδημα των ατόμων ηλικίας 18-64 ετών χαμηλού (23η θέση) και μέσου (25η θέση) όσο και υψηλού (25η θέση) μορφωτικού επιπέδου για το έτος 2018 .
  • Η Ελλάδα κατέχει αρνητική πρωτιά στην ΕΕ-28, με ποσοστό 19,9%, σε ανέργους αποφοίτους Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-39 ετών για το έτος 2018 .
  • Αντίστοιχα αρνητική είναι η πρωτιά της Ελλάδας στην ΕΕ-28, με ποσοστό 19,6%, σε μακροχρόνια ανέργους αποφοίτους Τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 15-29 ετών για το έτος 2018 .
  • Η Ελλάδα κατέχει τη 2η θέση στην ΕΕ-28, με ποσοστό 22,3%, σε νέους ηλικίας 15-34 ετών (Neets) που βρίσκονται εκτός εργασίας και ταυτόχρονα εκτός εκπαίδευσης/κατάρτισης (τυπικής & μη τυπικής).
  • Η Ελλάδα κατέχει την 3η θέση στην ΕΕ-28, με ποσοστό 33,9% στην ΚΑΘΕΤΗ αναντιστοιχία προσόντων και δεξιοτήτων, σε εργαζόμενους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης η θέση εργασίας των οποίων υπολείπεται του μορφωτικού τους επιπέδου, με το χάσμα να διευρύνεται σημαντικά την περίοδο εντός κρίσης (2010-2018) .
  • Η Ελλάδα κατέχει την 1η θέση στην ΕΕ-28, με ποσοστό 20,5%, σε αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 25-34 ετών οι οποίοι βρίσκονται σε υλική και κοινωνική  αποστέρηση το 2018

Οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις (μέχρι και 49 απασχολούμενους) στην Ελλάδα αποτελούν διαχρονικά το σώμα της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Πιο συγκεκριμένα το 2019 εκτιμάται ότι  οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα  θα αντιστοιχούν στο 99,7% του συνόλου των επιχειρήσεων, θα απασχολούν το 78,2% τους συνόλου των εργαζομένων στις ελληνικές επιχειρήσεις και θα παράγουν το 46,6% της συνολικής προστιθέμενης αξίας (σε κόστος συντελεστών παραγωγής) που παράγει το σύνολο του μη οικονομικού & ασφαλιστικού κλάδου των ιδιωτικών επιχειρήσεων στη χώρα.

Ας σημειωθεί ότι το 2016 η ετήσια συνολική δαπάνη για Έρευνα & Ανάπτυξη (R&D) των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων στην Ελλάδα αντιστοιχούσε μόλις στο 11,7% (83,6 εκ.€) της συνολικής δαπάνης του επιχειρηματικού τομέα της οικονομίας στη χώρα (740,4 εκ.€).

Την περίοδο 2008-2014 οι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις στην Ελλάδα υπέστησαν ισχυρότατο πλήγμα από την οικονομική κρίση. Συγκεκριμένα, το 2014 έναντι του 2008, έχασαν το 1/5 της δυναμικής τους (175.844 επιχειρήσεις), οδήγησαν στην ανεργία το 25,0% των εργαζομένων τους (498.486 εργαζόμενους) και απώλεσαν το 35,3% της προστιθέμενης αξίας τους (14,7 δισ.€).

Ας σημειωθεί ότι στην κατηγορία των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων ανήκουν οι καινοφανείς επιχειρήσεις έντασης γνώσης, οι νεοφυείς επιχειρήσεις (startup) και οι τεχνοβλαστοί (spin-offs), αλλά και ευρύτερα η νεανική επιχειρηματικότητα καθώς και το σύνολο των φορέων της κοινωνικής & αλληλέγγυας οικονομίας στη χώρα.

 




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ