Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022
x

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ: ΒΙΛΑ ΚΑΠΑΝΤΖΗ, ΕΝΑ ΣΤΟΛΙΔΙ ΤΗΣ ΜΠΕΛ ΕΠΟΚ

Η ιστορίας μιας σπουδαίας οικογένειας και μιας εντυπωσιακής βίλας που άλλαξε πολλούς ενοίκους και συγκίνησε ακόμη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στέκει αγέρωχη και επιβλητική στο μέσον της Βασιλίσσης Όλγας στον αριθμό 108 και λειτουργεί ως η έδρα του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος. Η ιστορία του κτηρίου χάνεται κάπου στο τέλος του 19ου αιώνα, ενώ αυτή των ιδιοκτητών της πηγαίνει ακόμη πιο πίσω με αφετηρία την Ισπανία. Η βίλα Καπαντζή είναι μάρτυρας ιστορικών στιγμών της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, που αξίζει κανείς να γνωρίζει.

Η οικογένεια Καπαντζή
Η οικογένεια Καπαντζή ανιχνεύεται στο σύστημα των συντεχνιών της Θεσσαλονίκης από τον 18ο αιώνα. Όλες οι γενιές ήταν ντονμέδες -εξισλαμισμένοι Εβραίοι-, μορφωμένοι και πολύγλωσσοι. Ο οικογενειακός θρύλος λέει πως το αρχικό όνομα της οικογένειας από την εποχή της εξόδου από την Ισπανία, ήταν Καμπαγιέρε (Caballere: ιππότης) κι ότι το Καπαντζή προήλθε από κάποιον πρόγονό τους που κατασκεύαζε παγίδες για πουλιά (καπάντζες).
Ο ιδιοκτήτης της βίλας, Μεχμέτ Καπαντζή, ήταν ένα από τα 8 παιδιά του Ιμπραήμ Καπαντζή. Ασχολιόταν, όπως και όλα τα μέλη της οικογένειας, με το εμπόριο, τις επιχειρήσεις, τα ξενοδοχεία και τα ευρωπαϊκά καφέ. Ήταν επίσης γλωσσομαθής, καλλιεργημένος και πολυταξιδεμένος και μαζί με τα αδέρφια του διέθεταν αρκετές βίλες στη Συνοικία των Εξοχών.

Ο Μεχμέτ, που ήταν από τους πλουσιότερους Θεσσαλονικείς της εποχής του, είχε στην ιδιοκτησία του δύο από τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία της εποχής: το Νέο Όλυμπος Παλλάς και το Σμύρνη στην πλατεία Ελευθερίας. Διέθετε επίσης μεγάλο υφαντουργείο, στη θέση του σημερινό εργοστασίου της Υφανέτ, καθώς και καφέ ευρωπαϊκού στυλ, ενώ ήταν και από τους πιο επιφανείς τραπεζίτες. Ήταν εξαιρετικά δραστήριος και στις αρχές του 1900 χρημάτισε πρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης.

Η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 έφερε τεράστιο πλήγμα στην οικογένεια Καπαντζή, καθώς κάηκαν ολοσχερώς τέσσερα ξενοδοχεία της -μεταξύ αυτών και τα δύο του Μεχμέτ- και πολλά ακίνητά της στο ιστορικό κέντρο.
Ωστόσο το μεγαλύτερο πλήγμα ήρθε από την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, καθώς βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης η περιουσία τους πέρασε στην κυριότητα του ελληνικού κράτους με διαχειριστή την Εθνική Τράπεζα. Η βίλα της Συνοικίας των Εξοχών κρίθηκε αξιόλογη και πολυτελής για να κατατμηθεί ή να δοθεί σε κάποια προσφυγική οικογένεια και έτσι το 1928 βγήκε σε πλειστηριασμό κατά τον οποίο πλειοδότησε η Εθνική Τράπεζα και την αγόρασε έναντι 4.001.000 δραχμών-ποσό που θεωρήθηκε μυθώδες για την εποχή του.
Ο Μεχμέτ Καπαντζή απέκτησε δύο αγόρια και δύο κορίτσια. Οι απόγονοί τους ζουν σήμερα στην Κωνσταντινούπολη και είναι μεσαίας οικονομικής επιφάνειας.

Η βίλα Καπαντζή - Η αρχιτεκτονική
Η εντυπωσιακή βίλα χτίστηκε στη συνοικία Χαμιδιέ, των Εξοχών ή των Πύργων, κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα (1890-1895) ως εξοχική κατοικία της οικογένειας Καπαντζή, που διέθετε και άλλες βίλες στην ίδια περιοχή.
Χτίστηκε από τον Ιταλό αρχιτέκτονα και μηχανικό Πιέρο Αρριγκόνι, ο οποίος έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Θεσσαλονίκη και έχει συνδέσει το όνομά του με το τραμ και τον σιδηρόδρομο, αλλά και μια σειρά από ιδιαίτερα κτήρια. Ο Αρριγκόνι έχτισε και την γειτονική βίλα του Αχμέτ Καπαντζή -σήμερα στην Βασ. Όλγας 105, γνωστή και ως "Κτήριο του ΝΑΤΟ".

Η βίλα Καπαντζή είναι ένα τριώροφο κτίσμα με την κάτοψη να σχηματίζει οκτάγωνο αστέρι, ενώ ένας τέταρτος όροφος-σοφίτα βρίσκεται κάτω από τις στέγες και ένα επιπλέον δωμάτιο στον πύργο αποτελεί την τελευταία και ψηλότερη πέμπτη στάθμη. Έχει δύο εισόδους μπροστά και πίσω με μαρμάρινες εξωτερικές κλίμακες και τα μεγάλα μπαλκόνια στον δεύτερο όροφο με τις επιστέψεις των περίτεχνων αετωμάτων με τα ξύλα που διασταυρώνονται, συμπλέκονται και μετεωρίζονται σε μεγάλο ύψος.

Χαρακτηριστικό της βίλας, που ανήκει στο στυλ του εκλεκτικισμού, είναι ο πύργος που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του κτηρίου, με πέντε ορόφους. Ο πρώτος όροφος διαθέτει δύο ιδιόρρυθμα οξυκόρυφα παράθυρα που παραπέμπουν σε γοτθική αρχιτεκτονική, ενώ ο δεύτερος, ο τρίτος και τέταρτος πολλά μικρά τοξωτά παράθυρα, με μπαλούστρες, κορνίζες και μοτίβα που είναι χαρακτηριστικά δείγματα Φλωρεντινής Αναγέννησης. Όσο για τη στέγη, με το όμορφο δαντελωτό κόσμημα στην απόληξη, είναι απόηχος της κεντροευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής των πύργων.

Οι οροφογραφίες της βίλας θεωρούνται έργο του Γεώργιου Κουδούνα από τη Χαλκίδα, ο οποίος είχε σπουδάσει κοσμηματογραφία στο Πολυτεχνείο της Αθήνας και πιθανόν τον βοήθησε ο γιο του Χαρίλαος, που σπούδασε στο Μόναχο και είναι ο μόνος εκπρόσωπος της Σχολής του Μονάχου που εργάστηκε στη Θεσσαλονίκη.

Η επίπλωση και η διακόσμηση ήταν από τη Γαλλία, την Αυστρία, τη Γερμανία και χαρακτηρίζονταν από γούστο και πολυτέλεια. Τουρκικά πανάκριβα χαλιά κάλυπταν τα πατώματα και τα πορτρέτα των προγόνων κρέμονταν σε βαριές ορθογώνιες κορνίζες.

Από τα πιο ακριβά και εντυπωσιακά κομμάτια ήταν οι τέσσερις περίτεχνες πορσελάνινες θερμάστρες που παρήγγειλε ο Μεχμέτ Καπαντζή από τη Βιέννη. Μετά την Ανταλλαγή του 1923 οι ιδιοκτήτες αποσυναρμολόγησαν τη μία και την πήραν μαζί τους και μάλιστα βρίσκεται ακόμη ως κειμήλιο στην κατοχή των απογόνων τους, ενώ μία άλλη διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση. Τη διέσωσε ο αείμνηστος καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Α.Π.Θ. και ακαδημαϊκός, Νικόλαος Μουτσόπουλος μετά την εγκατάλειψη του κτηρίου το 1972 και αργότερα παραχωρήθηκε ως χρησιδάνειο από την Εθνική τράπεζα στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας-Θράκης, όπου εκτίθεται ως σήμερα.
Ο κήπος με τα οπωροφόρα δέντρα και άλλες καλλιέργειες, τα σιντριβάνια και τα παγκάκια έδιναν λάμψη στη βίλα που το βράδυ φωτιζόταν από τον δημοτικό φανοστάτη της εισόδου.

Σε επαφή με το οικόπεδο ήταν το προικώο της Χασιμπέ Καπαντζή, κόρης του Μεχμέτ, που αργότερα έγινε η Σχολή Θηλέων της Αγλαΐας Σχινά, ενώ σε κοντινή απόσταση βρισκόταν η έπαυλη του Περικλή Χατζηλαζάρου, που αργότερα πέρασε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Σιάγα.
Η βίλα Καπαντζή ήταν παραθαλάσσια και στην πίσω πλευρά, το πλακόστρωτο ήταν στρωμένο με λευκό βοτσαλωτό δάπεδο. Στην προκυμαία υπήρχε ένα ξύλινο περίπτερο σαν μικρογραφία της βίλας, αλλά κι ένα μικρότερο, που χρησίμευαν ως αποδυτήρια για τα θαλάσσια λουτρά. Οι ένοικοι έβγαζαν καρέκλες και σεζλόνγκ στο πλακόστρωτο, εντός του οποίου λειτουργούσε και ένα καφενείο.

Στη δεκαετία του 1970 η επιχωμάτωση της παραλίας, που είχε ξεκινήσει προπολεμικά από τον Λευκό Πύργο, έφτασε ως την περιοχή της Ανάληψης και η προκυμαία των Καπαντζή σκεπάστηκε. Η ξηρά προεκτάθηκε κατά περίπου 150 μέτρα στη θάλασσα και η βίλα από παραθαλάσσια βρέθηκε αποκλεισμένη από την ακτή.

Η ιστορία της βίλας

Στις 27 Οκτωβρίου 1912 όταν ο Χασάν Ταχσίν Πασάς υπέγραψε στο Διοικητήριο το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό, το κτήριο δόθηκε στον τριτότοκο γιο του βασιλιά Γεώργιου, πρίγκιπα Νικόλαο, ο οποίος ορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης, υπεύθυνος για την τήρηση της δημόσιας ασφάλειας.

Ο Νικόλαος εγκαταστάθηκε στη βίλα με την οικογένειά του και κάποια μέλη της στρατιωτικής διοίκησης.

Την άνοιξη του 1916 εμφανίζεται ένας νέος ένοικος, ο Εσάτ πασάς Τοπτάνι, μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες στην αλβανική ιστορία -δεν πρέπει να συγχέεται με τον συνονόματό του Εσάτ πασά, στρατιωτικό διοικητή των Ιωαννίνων. Ήταν αξιωματικός του οθωμανικού στρατού και χρημάτισε μέλος του κοινοβουλίου το 1908 υπό το καθεστώς των Νεότουρκων. Στη διαμονή του διατηρήθηκαν ο εσωτερικός διάκοσμος και η επίπλωση του κτηρίου, η αρχική της κατοικίας Καπαντζή, σε στυλ εμπίρ, στον απόηχο της περιόδου του Ναπολέοντα ΙΙΙ.

Η Ισραηλινή Etty Rina Harel που επισκέφτηκε τη βίλα ως τουρίστρια το 2016, βλέποντας τις φωτογραφίες αρχείου, συγκινημένη διαπίστωσε ότι η στόφα της εποχής φιλοξενίας του Εσάτ πασά ήταν πανομοιότυπη με την κουρτίνα που είχαν δωρίσει οι Καπαντζή στη γιαγιά της, η οποία ως πυρόπληκτη του 1917, φιλοξενήθηκε με την οικογένειά της στη βίλα. Η Harel επένδυσε με το ύφασμα της κουρτίνας μια πολυθρόνα την οποία έχει ακόμη στο σπίτι της και το ύφασμα είναι ίδιο με αυτό του καναπέ στον οποίο καθόταν ο Εσάτ πασάς.

Έναν χρόνο αργότερα, το 1917, στη Βίλα Καπαντζή εγκαταστάθηκε ο τότε επικεφαλής της προσωρινής (επαναστατικής) κυβέρνησης με έδρα τη Θεσσαλονίκη, Ελευθέριος Βενιζέλος, μαζί με τους Παύλο Κουντουριώτη και Παναγιώτη Δαγκλή. Μαζί τους και ο αφοσιωμένος γραμματέας του Βενιζέλου, Κλέαρχος Μαρκαντωνάκης, ενώ τακτικός επισκέπτης ήταν και ο δευτερότοκος γιος του πρωθυπουργού, Σοφοκλής Βενιζέλος. Όλοι τους διέμεναν στα υπνοδωμάτια του δευτέρου ορόφου με τον πρώτο όροφο να χρησιμοποιείται ως χώρος υποδοχής, σαλόνι και γραφεία.

Στο διάστημα 1918-1922 το κτίριο επέστρεψε ως κατοικία στην οικογένεια Καπαντζή και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι το 1928, λειτούργησε ως στέγη για πρόσφυγες που έφταναν στην πόλη.

Το 1928 το κτίριο περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας, ως ανταλλάξιμη περιουσία. Δεδομένου ότι αφενός βρισκόταν σε απόσταση από το κέντρο της πόλης κι αφετέρου ότι είχε ξεκινήσει η διαδικασία ανέγερσης του μεγάλου κτηρίου στην Πλατεία ελευθερίας η Τράπεζα το νοίκιασε για 10 χρόνια στην αμερικανική εταιρία Foundation, η οποία είχε αναλάβει στον μεσοπόλεμο την εκτέλεση μεγάλων εγγειοβελτιωτικών έργων στην πεδιάδα της Θεσσαλονίκης (εκτροπή κοίτης Αξιού, αποξήρανση λίμνης Γιαννιτσών).
Από το 1938 στεγάζονταν εκεί το Ε΄ Γυμνάσιο Αρρένων και όταν τα σχολεία έκλεισαν, λόγω του πολέμου, οι κουζίνες στο υπόγειο χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή ψωμιού για τις ανάγκες του ελληνικού στρατού.

Στην Κατοχή το κτήριο επιτάχθηκε από τους Γερμανούς και λειτούργησε ως στρατιωτικό αρτοποιείο, ενώ μετά την απελευθέρωση και ως το καλοκαίρι του 1945 εγκαταστάθηκαν σε αυτό βρετανικές στρατιωτικές αρχές. Στη συνέχεια στεγάστηκαν διαδοχικά το Ε΄ και το Η΄ Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1972, οπότε και εγκαταλείφθηκε για 10 χρόνια. Η άλλοτε λαμπερή βίλα Καπαντζή ρήμαζε εγκαταλειμμένη στη φθορά του χρόνου. Αρκετά διακοσμητικά στοιχεία λεηλατήθηκαν και ο περιβάλλων χώρος μετατράπηκε σε εστία ρύπανσης.

Το 1982 επί διοίκησης Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη η Εθνική Τράπεζα έλαβε την απόφαση για τη διάσωση και την αποκατάσταση της βίλας. Ο Μαγκάκης ανέθεσε την εκπόνηση μιας πλήρους μελέτης αναστύλωσης στον καθηγητή Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, Γεώργιος Λάββα. Ο καθηγητής παρουσίασε τη μελέτη αποκατάσταση στο 1ο Συνέδριο για τη Νεοκλασική Πόλη και Αρχιτεκτονική το 1983, μαζί με τον συνεργάτη του Στέργιο Στεφάνου, ο οποίος υπήρξε στη συνέχεια ο εφαρμοστής αρχιτέκτονας της μελέτης.

Η βίλα Καπαντζή ήταν από τα πρώτα κτήρια που κηρύχθηκαν διατηρητέα στη Θεσσαλονίκη και αποκαταστάθηκαν με πρωτόγνωρες για την εποχή τους μελέτες και υλικά. Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες αποφάσεις της επέμβασης ήταν ο επαναχρωματισμός του κτηρίου με τα αρχικά χρώματα που ανακαλύφθηκαν κατά την έρευνα στα υποστρώματα των διαδοχικών βαφών στις εξωτερικές επιφάνειες. Μάλιστα το βαθύ ρόδινο και το μωβ χρώμα, προκάλεσαν τις αντιδράσεις ειδικών, αλλά και του κοινού.