Σάββατο 6 Ιουνίου 2020
x

ΕΟΜ: ΤΙ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟ ΕΧΕΙ Ο ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ

Για τις προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες που εμφανίστηκαν στον κλάδο των μεταμοσχεύσεων εν μέσω πανδημίας μίλησε ο πρόεδρος του ΕΟΜ.

Για την επίδραση που είχε η περίοδος της πανδημίας της Covid-19 στην Ελλάδα στον τομέα των μεταμοσχεύσεων, τις προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες βελτίωσης που ενδεχομένως δημιουργεί ο παγκόσμιος υγειονομικός συναγερμός στον συγκεκριμένο τομέα, μίλησε στον ραδιοφωνικό σταθμό του ΑΠΕ-ΜΠΕ, o πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ), Γεώργιος Παπαθεοδωρίδης.

«Ο χώρος τον μεταμοσχεύσεων είναι ένας ιδιαίτερος, δύσκολος κι ευαίσθητος χώρος, στον οποίο η Ελλάδα έτσι και αλλιώς δεν ήταν (και προ πανδημίας) σε καλή θέση με βάση τα στάνταρ των ανεπτυγμένων χωρών. Είχαμε συνεπώς λίγες μεταμοσχεύσεις και προ κορωνοϊού ανάλογα με τον πληθυσμό και τις ανάγκες που υπάρχουν στη χώρα, είχαμε μικρές και όχι επαρκείς μεταμοσχευτικές ομάδες», εξήγησε ο κ. Παπαθεοδωρίδης.

«Δυστυχώς», συνέχισε, «το έλλειμμα (οι ανάγκες για διαθέσιμα όργανα) είναι πολύ μεγάλο. Χαρακτηριστικό είναι πως στους υποψήφιους για μεταμόσχευση νεφρού, τα τελευταία χρόνια όσες μεταμοσχεύσεις γίνονται, άλλοι τόσοι εγγράφονται στη υπάρχουσα λίστα. Δυστυχώς όμως έχουν τα προηγούμενα χρόνια αθροιστεί οι υποψήφιοι και έτσι υπάρχει ένα μητρώο άνω των 1000 ατόμων», εξήγησε ο πρόεδρος του ΕΟΜ.

Σημείωσε, δε, ότι την ίδια ώρα, στις μεταμοσχεύσεις ήπατος, καρδιάς και πνευμόνων, τις «βασικές των συμπαγών οργάνων», είναι αδύνατο να αθροιστούν οι ασθενείς που είναι σε αναμονή καθώς μπορεί να ζήσουν για μικρό χρονικό διάστημα.

«Σήμερα γίνονται περίπου 40 με 45 μεταμοσχεύσεις ήπατος τον χρόνο και κανονικά θα έπρεπε -με βάση τις ανάγκες του πληθυσμού και τους ασθενείς που εγγράφονται στη λίστα και τελικώς φεύγουν από τη ζωή- να φτάσουμε ή να ξεπεράσουμε τις 150 μεταμοσχεύσεις, είμαστε συνεπώς στο 1/3 (σ.σ των εθνικών αναγκών)», τόνισε ο κ. Παπαθεοδωρίδης.

Οι αρνητικές και οι θετικές επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού

Ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, διευθυντής της Πανεπιστημιακής Γαστρεντερολογικής Κλινικής και της Μονάδας Μεταμόσχευσης Ήπατος- ΓΝΑ «Λαϊκό» περιέγραψε και τις προκλήσεις της περιόδου των τελευταίων μηνών για τον χώρο.

«Ο κορωνοϊός ήρθε να προστεθεί στο συγκεκριμένο τοπίο και όπως είναι κατανοητό επιβάρυνε δραματικά τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας (...), ενώ μειώθηκαν πάρα πολύ και οι προσφορές δοτών συμπαγών οργάνων, το να γίνουν δηλαδή δότες άτομα που χάνουν τη ζωή τους. Υπήρξε μια μεγάλη μείωση στις συγκεκριμένες μεταμοσχεύσεις αυτό το δίμηνο», ανέφερε ο κ. Παπαθεοδωρίδης, εξηγώντας πως το συγκεκριμένο δεν ήταν μόνο ένα ελληνικό φαινόμενο αλλά «όλων των ανεπτυγμένων χωρών», αν και οι άλλες χώρες «ξεκινούσαν από άλλους αριθμούς ανά μονάδα πληθυσμού σε σχέση με το σημείο από το οποίο ξεκίνησε η Ελλάδα».

Στον αντίποδα, το προηγούμενο διάστημα, οι μεταμοσχεύσεις αιμοποιητικών κυττάρων, κυρίως για κακοήθειες του αιμοποιητικού συστήματος, «διατηρήθηκαν τελικά στα συνήθη για αυτό το δίμηνο επίπεδα», ανέφερε ο κ.Παπαθεοδωρίδης, ο οποίος αναφέρθηκε και σε ένα θετικό παράπλευρο αποτέλεσμα που είχε η πανδημία της Covid-19, αυτό της ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης σε θέματα δημόσιας υγείας.

«Μέσα στις δυσκολίες και στις αρνητικές επιπτώσεις που είχε αυτή η πανδημία του κορωνοϊού και στη χώρα μας αρχίζουν να αναδύονται και κάποιες ευκαιρίες για μεταμοσχεύσεις. Ένας λόγος γι' αυτές τις ευκαιρίες είναι ότι ο κόσμος βλέπει πολύ πιο θετικά γενικότερα το εθνικό σύστημα υγείας και ειδικότερα τις ΜΕΘ, ενώ εμπιστεύεται τους ιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό», σχολίασε ο πρόεδρος του ΕΟΜ, που τόνισε πως είναι ταυτόχρονα θετικό το ότι αυξήθηκαν την περασμένη περίοδο τα κρεβάτια εντατικής θεραπείας.

«Υπάρχουν συνεπώς οι προϋποθέσεις να αυξηθούν οι πιθανοί δότες και οι προσφορές οργάνων και στη χώρα μας το επόμενο διάστημα. Ήδη, τις πρώτες 10 ημέρες από τότε που χαλάρωσαν τα μέτρα, έχουμε από τις ελληνικές ΜΕΘ προσφορές τριών δοτών ενώ όλο το προηγούμενο διάστημα δύο και άνω μηνών είχαμε μόλις δύο προσφορές», επισήμανε ο πρόεδρος του ΕΟΜ, σημειώνοντας ωστόσο ότι -σε κάθε περίπτωση- η Ελλάδα έχει σημαντική απόσταση να διανύσει μέχρι να καλυφθούν οι ανάγκες των πολιτών.




A+
A-







ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ